|
ΚΑΠΕΣΙΤΑΒΙΝΗ
(Capecitabine)
|
Xeloda / Roche
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Xeloda 150 mg επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία
Xeloda 500 mg επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
150 mg ή 500mg capecitabine
Για τα έκδοχα, βλ. τµήµα 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυµµένο µε λεπτό υµένιο δισκίο
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Xeloda ενδείκνυται για την επικουρική θεραπεία ασθενών κατόπιν χειρουργικής εκτοµής καρκίνου του παχέος εντέρου σταδίου ΙΙΙ (σταδίου C κατά Dukes) (βλ. τµήµα 5.1). Το Xeloda ενδείκνυται ως µονοθεραπεία πρώτης γραµµής, του µεταστατικού καρκίνου του παχέος εντέρου (βλ. τµήµα 5.1). Το Xeloda σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη (βλ. τµήµα 5.1) ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών µε τοπικά προχωρηµένο ή µεταστατικό καρκίνο του µαστού κατόπιν αποτυχίας κυτταροτοξικής χηµειοθεραπείας. Η προηγούµενη θεραπεία θα πρέπει να συµπεριελάµβανε µια ανθρακυκλίνη. Το Xeloda ενδείκνυται επίσης ως µονοθεραπεία σε ασθενείς µε τοπικά προχωρηµένο ή µεταστατικό καρκίνο του µαστού κατόπιν αποτυχίας ταξανών ή χηµειοθεραπευτικού σχήµατος που περιείχε ανθρακυκλίνη, ή σε ασθενείς στους οποίους δεν ενδείκνυται περαιτέρω θεραπεία µε ανθρακυκλίνη.
4.2 ∆οσολογία και τρόπος χορήγησης
Το Xeloda πρέπει να συνταγογραφείται µόνο από ειδικευµένους γιατρούς, οι οποίοι έχουν εµπειρία στη χρήση αντινεοπλασµατικών φαρµάκων.
Συνιστώµενη δοσολογία:
Η συνιστώµενη δόση του Xeloda είναι 1250 mg/m2 χορηγούµενη δυο φορές ηµερησίως (πρωί και βράδυ, ισοδύναµα µε 2500 mg/m2 συνολική ηµερήσια δόση) για 14 ηµέρες ακολουθούµενη από επταήµερη περίοδο ανάπαυσης. Τα δισκία Xeloda πρέπει να καταπίνονται µε νερό µέσα σε 30 λεπτά µετά από ένα γεύµα. Η αγωγή θα πρέπει να διακοπεί αν παρατηρηθεί εξελισσόµενη νόσος ή µη ανεκτή τοξικότητα. Σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη, η συνιστώµενη δόση του Xeloda είναι 1250 mg/m2 δύο φορές ηµερησίως για 2 εβδοµάδες ακολουθούµενη από 1 εβδοµάδα διακοπής, σε συνδυασµό µε 75 mg/m2 ντοσεταξέλη χορηγούµενη µε ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας κάθε 3 εβδοµάδες. Προηγούµενη φαρµακευτική αγωγή µε ένα από στόµατος κορτικοστεροειδές όπως η δεξαµεθαζόνη, σύµφωνα µε την περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος της ντοσεταξέλης πρέπει να ξεκινάει πριν από τη χορήγηση ντοσεταξέλης σε ασθενείς που λαµβάνουν συνδυασµό Xeloda και ντοσεταξέλης.
Πίνακας 1: Υπολογισµός της δόσης του Xeloda σύµφωνα µε την επιφάνεια σώµατος, συνηθισµένη δόση έναρξης.
|
Επίπεδο ∆όσης 1250 mg/m2
(δύο φορές ηµερησίως)
|
Αριθµός δισκίων που χορηγούνται το πρωί
|
Αριθµός δισκίων που χορηγούνται το βράδυ
|
|
Επιφά-νεια
Σώµα-τος (m2)
|
∆όση ανά χορήγηση (mg)
|
150 mg
|
500 mg
|
150 mg
|
500 mg
|
|
< 1,26
|
1500
|
-
|
3
|
-
|
3
|
|
1,27 – 1,38
|
1650
|
1
|
3
|
1
|
3
|
|
1,39 – 1,52
|
1800
|
2
|
3
|
2
|
3
|
|
1,53 – 1,66
|
2000
|
-
|
4
|
-
|
4
|
|
1,67 – 1,78
|
2150
|
1
|
4
|
1
|
4
|
|
1,79 – 1,92
|
2300
|
2
|
4
|
2
|
4
|
|
1,93 – 2,06
|
2500
|
-
|
5
|
-
|
5
|
|
2,07 – 2,18
|
2650
|
1
|
5
|
1
|
5
|
|
> 2,19
|
2800
|
2
|
5
|
2
|
5
|
Πίνακας 2: Υπολογισµός της δόσης του Xeloda, µειωµένης στο 75% της συνηθισµένης δόσης έναρξης
|
Επίπεδο δόσης 950 mg/m2
(δύο φορές ηµερησίως)
|
Αριθµός δισκίων που χορηγούνται το πρωί
|
Αριθµός δισκίων που χορηγούνται το βράδυ
|
|
Επιφά-νεια σώµα-τος (m2)
|
∆όση ανά χορήγηση (mg)
|
150 mg
|
500 mg
|
150 mg
|
500 mg
|
|
< 1.26
|
1150
|
1
|
2
|
1
|
2
|
|
1,27 – 1,38
|
1300
|
2
|
2
|
2
|
2
|
|
1,39 – 1,52
|
1450
|
3
|
2
|
3
|
2
|
|
1,53 – 1,66
|
1500
|
-
|
3
|
-
|
3
|
|
1,67 – 1,78
|
1650
|
1
|
3
|
1
|
3
|
|
1,79 – 1,92
|
1800
|
2
|
3
|
2
|
3
|
|
1,93 – 2,06
|
1950
|
3
|
3
|
3
|
3
|
|
2,07 – 2,18
|
2000
|
-
|
4
|
-
|
4
|
|
>2,19
|
2150
|
1
|
4
|
1
|
4
|
Πίνακας 3: Υπολογισµός της δόσης Xeloda, µειωµένης στο 50% της συνηθισµένης δόσης έναρξης
|
Επίπεδο δόσης 625 mg/m2
(δύο φορές ηµερησίως)
|
Αριθµός δισκίων που χορηγούνται το πρωί
|
Αριθµός δισκίων που χορηγούνται το βράδυ
|
|
|
|
Επιφά-νεια σώµα-τος (m2)
|
∆όση ανά χορήγη-ση (mg)
|
150 mg
|
500 mg
|
150 mg
|
500 mg
|
|
≤1,38
|
800
|
2
|
1
|
2
|
1
|
|
1,39 – 1,52
|
950
|
3
|
1
|
3
|
1
|
|
1,53 – 1,66
|
1000
|
–
|
2
|
–
|
2
|
|
1,67 – 1,78
|
1000
|
–
|
2
|
–
|
2
|
|
1,79 – 1,92
|
1150
|
1
|
2
|
1
|
2
|
|
1,93 – 2,06
|
1300
|
2
|
2
|
2
|
2
|
|
2,07 – 2,18
|
1300
|
2
|
2
|
2
|
2
|
|
≥2,19
|
1450
|
3
|
2
|
3
|
2
|
Προσαρµογές δοσολογίας κατά τη διάρκεια της αγωγής:
Η τοξικότητα που οφείλεται στη χορήγηση του Xeloda µπορεί να αντιµετωπισθεί µε συµπτωµατική αγωγή και/ή τροποποίηση της δόσης (διακοπή της αγωγής ή ελάττωση της δόσης). Από τη στιγµή που θα ελαττωθεί η συνιστώµενη δόση, δε θα πρέπει να αυξηθεί αργότερα. Οι ασθενείς που λαµβάνουν Xeloda θα πρέπει να ενηµερώνονται για την ανάγκη άµεσης διακοπής της αγωγής αν εµφανιστεί µέτρια ή βαρύτερη τοξικότητα. ∆όσεις του Xeloda οι οποίες παραλείπονται για λόγους τοξικότητας δεν αντικαθίστανται ή επαναφέρονται. Αντ΄αυτού, ο ασθενής πρέπει να συνεχίζει τον προγραµµατισµένο κύκλο αγωγής. Οι συνιστώµενες τροποποιήσεις της δόσης για λόγους τοξικότητας είναι οι εξής:
Πίνακας 4: Σχήµα Μείωσης ∆όσης Xeloda σε Μονοθεραπεία
|
Βαθµοί τοξικότητας κατά NCIC*
|
Κατά τη διάρκεια ενός θεραπευτικού κύκλου
|
Προσαρµογή δοσολογίας για τον επόµενο κύκλο
(% δόσης έναρξης)
|
- • Βαθµός 1
|
∆ιατηρήστε το επίπεδο της δόσης
|
∆ιατηρήστε το επίπεδο της δόσης
|
- • Βαθµός 2
|
|
- 1η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωση του βαθµού τοξικότητας σε 0-1
|
100%
|
|
- 2η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωση του βαθµού τοξικότητας σε 0-1
|
75%
|
|
- 3η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωση του βαθµού τοξικότητας σε 0-1
|
50%
|
|
- 4η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε την αγωγή οριστικά
|
|
- • Βαθµός 3
|
|
- 1η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωση του βαθµού τοξικότητας σε 0-1
|
75%
|
|
- 2η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωση του βαθµού τοξικότητας σε 0-1
|
50%
|
|
- 3η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε την αγωγή οριστικά
|
|
- • Βαθµός 4
|
|
- 1η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε οριστικά
ή
Αν ο γιατρός θεωρεί ότι είναι προς όφελος του ασθενούς να συνεχίσει, διακοπή µέχρι µείωση του βαθµού τοξικότητας σε 0-1
|
50%
|
- • χρησιµοποιήθηκαν τα Κριτήρια Συνήθους Τοξικότητας (έκδοση 1 ) του National Cancer Institute of Canada (NCIC) εκτός από το σύνδροµο χειρός-ποδιού. Οι συνιστώµενες τροποποιήσεις της δόσης λόγω τοξικότητας όταν το Xeloda χρησιµοποιείται σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη, είναι οι ακόλουθες:
Πίνακας 5: Σχήµα Μείωσης ∆όσης Συνδυασµού Xeloda (Χ) και Ντοσεταξέλης (Taxotere®, T) για Μη Αιµατολογικές Τοξικότητες (για τις τροποποιήσεις δόσης λόγω αιµατολογικών τοξικοτήτων, βλ. το σχετικό τµήµα για την αιµατολογική τοξικότητα µετά τον πίνακα)
|
|
Συνιστώµενες Τροποποιήσεις ∆όσης
|
|
|
Αλλαγές δόσης Xeloda κατά τη διάρκεια ενός θεραπευτικού κύκλου
|
Προσαρµογή δόσης κατά την επανέναρξη της αγωγής
|
|
Βαθµός τοξικότητας1
|
Βαθµός 1
|
|
|
100% της δόσης έναρξης (καµία διακοπή)
|
X: 100% της δόσης έναρξης
T: 100% (75mg/m2)
|
|
Βαθµός τοξικότητας1
|
Βαθµός 2
|
|
1η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωσης βαθµού σε 0-1
|
X: 100% της δόσης έναρξης
T: 100% (75mg/m2)
|
|
2η εµφάνιση της ίδιας τοξικότητας
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωσης βαθµού σε 0-1
|
X:75% της δόσης έναρξης
T: Μειώστε σε 55mg/m2
|
|
3η εµφάνιση της ίδιας τοξικότητας
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωσης βαθµού σε 0-1
|
X: 50% της δόσης έναρξης
T: ∆ιακόψτε οριστικά
|
|
4η εµφάνιση της ίδιας τοξικότητας
|
∆ιακόψτε οριστικά
|
|
|
Βαθµός τοξικότητας1
|
Βαθµός 3
|
|
|
|
|
1η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωσης βαθµού σε 0-1
|
X: 75% της δόσης έναρξης
T: Μειώστε σε 55mg/m2
|
|
2η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε µέχρι µείωσης βαθµού σε 0-1
|
X: 50% της δόσης έναρξης
T: ∆ιακόψτε οριστικά
|
|
3η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε οριστικά
|
|
|
Βαθµός τοξικότητας1
|
Βαθµός 4
|
|
|
|
|
1η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε οριστικά ή (αν ο γιατρός θεωρεί ότι είναι προς όφελος του ασθενούς) διακόψτε µέχρι µείωσης βαθµού σε 0-1
|
X: Μειώστε σε 50%
T: ∆ιακόψτε οριστικά
|
|
2η εµφάνιση
|
∆ιακόψτε οριστικά
|
|
1. Κριτήρια Συνήθους Τοξικότητας (NCIC CTC), έκδοση 1.0 αναθεωρηµένη ∆εκέµβριος 1994
Ειδική προσαρµογή δόσης σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη:
Οι προσαρµογές της δόσης του Xeloda και/ή της ντοσεταξέλης θα πρέπει να γίνονται σύµφωνα µε το παραπάνω γενικό σχήµα τροποποίησης αν δεν αναφέρεται τίποτε άλλο σχετικά µε ειδικές προσαρµογές της δόσης. Για τις τοξικότητες οι οποίες θεωρείται απίθανο από τον θεράποντα γιατρό να γίνουν σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή, πχ. αλωπεκία, αλλοίωση γεύσης, διαταραχές των νυχιών, η θεραπευτική αγωγή µπορεί να συνεχιστεί στην ίδια δόση χωρίς µείωση ή διακοπή. Όταν, στην αρχή ενός θεραπευτικού κύκλου, ενδείκνυται, είτε καθυστέρηση της αγωγής µε ντοσεταξέλη, είτε καθυστέρηση της αγωγής µε Xeloda, θα πρέπει να καθυστερούνται τόσο η αγωγή µε ντοσεταξέλη όσο και η αγωγή µε Xeloda µέχρις ότου να πληρούνται οι απαιτήσεις για την επαναχορήγηση και των δύο φαρµάκων. Για περαιτέρω πληροφορίες για την ντοσεταξέλη βλ. επίσης την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος της ντοσεταξέλης (Taxotere®).
Αιµατολογία: Η αγωγή µε Xeloda µπορεί να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια ενός ουδετεροπενικού επεισοδίου βαθµού 3. Ωστόσο, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και η χορήγηση του Xeloda θα πρέπει να διακόπτεται αν οποιοδήποτε κλινικό συµβάν βαθµού 2 (π.χ. διάρροια, στοµατίτιδα, πυρετός) συµπέσει µε ουδετεροπενικό επεισόδιο βαθµού 3. Αν εµφανιστεί ουδετεροπενία βαθµού 4, η αγωγή µε Xeloda θα πρέπει να διακόπτεται µέχρι µείωσης του βαθµού σε 0-1. Η θεραπεία θα πρέπει να επαναχορηγείται µόνο όταν ο αριθµός ουδετερόφιλων είναι ≥1,5 x 109/L (βαθµός 0-1). Η δοσολογία της ντοσεταξέλης θα πρέπει να µειωθεί από 75 mg/m2 σε 55 mg/m2 σε ασθενείς µε ουδετεροπενία <0,5x109/l (βαθµός 4) για περισσότερο από 1 εβδοµάδα, ή εµπύρετο (> 38oC) ουδετεροπενία. Αν εµφανιστεί ουδετεροπενία βαθµού 4 ή εµπύρετος ουδετεροπενία µε δόση 55 mg/m2 ντοσεταξέλης, η ντοσεταξέλη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά. Οι ασθενείς µε αριθµό ουδετερόφιλων <1,5 x109/l και/ή αριθµό θροµβοκυττάρων <100 x 109/l πριν την έναρξη της αγωγής, δε θα πρέπει να λαµβάνουν θεραπεία συνδυασµού Xeloda/ντοσεταξέλης.
Υπερευαισθησία: οι ασθενείς που αναπτύσσουν σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (υπόταση µε µια µείωση ≥20 mm Hg, ή βρογχόσπασµο, ή γενικευµένο εξάνθηµα/ερύθηµα) θα πρέπει να σταµατούν αµέσως τη θεραπεία και να τους χορηγείται κατάλληλη θεραπεία. Σε αυτούς τους ασθενείς δε θα πρέπει να επαναχορηγείται το φάρµακο για το οποίο υπάρχει η υποψία πρόκλησης της υπερευαισθησίας.
Περιφερική νευροπάθεια: για 1η εµφάνιση βαθµού τοξικότητας 2, µειώστε τη δόση της ντοσεταξέλης σε 55 mg/m2. Αν εµφανιστεί βαθµός τοξικότητας 3, διακόψτε οριστικά τη θεραπεία µε ντοσεταξέλη. Και στις δύο περιπτώσεις ακολουθήστε το παραπάνω σχήµα τροποποίησης δόσης Xeloda.
Κατακράτηση υγρών: θα πρέπει να παρακολουθείται στενά σοβαρή (βαθµού 3 ή 4) τοξικότητα όπως πλευριτική συλλογή, περικαρδιακή συλλογή ή ασκίτης, τα οποία είναι πιθανώς σχετιζόµενα µε τη ντοσεταξέλη. Στην περίπτωση εµφάνισης τέτοιας τοξικότητας η θεραπεία µε ντοσεταξέλη θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά, η θεραπεία µε Xeloda µπορεί να συνεχίζεται χωρίς τροποποίηση της δόσης.
Ηπατική δυσλειτουργία: η ντοσεταξέλη δε θα πρέπει γενικά να δίδεται σε ασθενείς µε χολερυθρίνη ορού η οποία ξεπερνάει το ανώτερο όριο των φυσιολογικών τιµών. Οι ακόλουθες τροποποιήσεις στη δόση της ντοσεταξέλης θα πρέπει να εφαρµόζονται στην περίπτωση µη φυσιολογικών τιµών για τα επίπεδα της ASAT, ALAT και/ή της αλκαλικής φωσφατάσης:
|
Τιµές ASAT και/ή ALAT
|
Τιµές αλκαλικής φωσφατάσης
|
Τροποποίηση ∆όσης Ντοσεταξέλης
|
|
≤ 1,5 x ULΝ*
|
ΚΑΙ ≤ 5 x ULΝ
|
καµµία τροποποίηση δόσης
|
|
> 1,5 x ULΝ - ≤ 2,5 x ULΝ
|
ΚΑΙ ≤ 2,5 x ULΝ
|
καµµία τροποποίηση δόσης
|
|
> 2,5 x ULΝ - ≤ 5 x ULΝ
|
ΚΑΙ ≤ 2,5 x ULΝ
|
µειώστε κατά 25%
(όχι κάτω από 55 mg/m2)
|
|
> 1,5 x ULΝ - ≤ 5 x ULΝ
|
ΚΑΙ > 2,5 x ULΝ - ≤ 5 x ULΝ
|
µειώστε κατά 25%
(όχι κάτω από 55 mg/m2)
|
|
> 5 x ULΝ
|
Ή > 5 x ULΝ
(εκτός αν υφίσταται οστική µετάσταση χωρίς παρουσία οποιασδήποτε ηπατικής διαταραχής)
|
καθυστερήστε τη δόση για µέγιστο διάστηµα 2 εβδοµάδων: αν δεν υπάρχει ανάκαµψη, διακόψτε οριστικά τη ντοσεταξέλη
|
* ULN: ανώτερο φυσιολογικό όριο
Άπαξ και µειωθεί η δόση της ντοσεταξέλης για ένα δεδοµένο κύκλο, δε συνιστάται περαιτέρω µείωση δόσης για τους επόµενους κύκλους εκτός αν παρατηρηθεί επιδείνωση των παραµέτρων. Στην περίπτωση ανάκαµψης των δοκιµασιών της ηπατικής λειτουργίας µετά από προηγούµενη µείωση της δόσης της ντοσεταξέλης, η δόση της ντοσεταξέλης µπορεί να επαναπροσαρµοστεί στο προηγούµενο επίπεδο δόσης.
∆ιάρροια: ακολουθήστε το γενικό σχήµα τροποποίησης της δόσης παραπάνω (βλ. επίσης τµήµα 4.4).
Αφυδάτωση: η αφυδάτωση θα πρέπει να προλαµβάνεται ή να αντιµετωπίζεται κατά την πρώτη της εµφάνιση. Ασθενείς µε ανορεξία, αδυναµία, ναυτία, έµετο ή διάρροια µπορεί να αφυδατωθούν γρήγορα. Αν εµφανιστεί βαθµού 2 (ή υψηλότερη) αφυδάτωση, η θεραπεία µε Xeloda θα πρέπει να διακόπτεται αµέσως και να αντιµετωπίζεται η αφυδάτωση. Η αγωγή δε θα πρέπει να ξαναρχίζει µέχρις ότου ο ασθενής ενυδατωθεί και όλες οι αιτίες πρόκλησης έχουν διορθωθεί ή ελεγχθεί. Οι εφαρµοζόµενες τροποποιήσεις δόσης θα πρέπει να είναι αυτές για την επισπεύδουσα ανεπιθύµητη ενέργεια σύµφωνα µε τις παραπάνω οδηγίες.
Προσαρµογές δοσολογίας για ειδικούς πληθυσµούς:
Ηπατική ανεπάρκεια: δεν είναι διαθέσιµα επαρκή δεδοµένα ασφάλειας και αποτελεσµατικότητας σε ασθενείς µε ηπατική ανεπάρκεια, ώστε να δοθούν συστάσεις προσαρµογής της δόσης. ∆εν υπάρχουν διαθέσιµες πληροφορίες για ηπατική ανεπάρκεια η οποία οφείλεται σε κίρρωση ή ηπατίτιδα.
Νεφρική ανεπάρκεια: το Xeloda αντενδείκνυται σε ασθενείς µε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης µικρότερη των 30 ml/min [κατά Cockroft και Gault] πριν από την έναρξη της αγωγής). Η συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών βαθµού 3 ή 4 σε ασθενείς µε µέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-50 ml/min πριν από την έναρξη της αγωγής) αυξάνεται συγκριτικά µε το συνολικό πληθυσµό. Συνιστάται µείωση δόσης σε 75% της αρχικής δόσης σε ασθενείς µε µέτρια νεφρική δυσλειτουργία πριν την έναρξη της δόσης. Σε ασθενείς µε ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 51-80 ml/min πριν την έναρξη της αγωγής) δε συνιστάται προσαρµογή της αρχικής δόσης. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση και έγκαιρη διακοπή της αγωγής αν ο ασθενής αναπτύξει µια ανεπιθύµητη ενέργεια βαθµού 2, 3 ή 4 κατά τη διάρκεια της αγωγής και επακόλουθη προσαρµογή δόσης όπως υποδεικνύεται στον παραπάνω πίνακα.
Αυτές οι συστάσεις προσαρµογής δόσης για νεφρική δυσλειτουργία ισχύουν τόσο στη µονοθεραπεία όσο και στη χρήση συνδυασµού (βλ. επίσης τµήµα «Ηλικιωµένοι» παρακάτω).
Παιδιά (κάτω των 18 ετών): η ασφάλεια και η αποτελεσµατικότητα του Xeloda δεν έχει µελετηθεί σε παιδιά.
Ηλικιωµένοι: δεν απαιτείται προσαρµογή της δόσης έναρξης, κατά τη διάρκεια µονοθεραπείας µε Xeloda. Ωστόσο, ανεπιθύµητες ενέργειες βαθµού 3 ή 4 σχετιζόµενες µε την αγωγή ήταν συχνότερες σε ασθενείς ηλικίας ≥ 60 ετών συγκριτικά µε νεότερους ασθενείς. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών ηλικίας ≥ 60 ετών. Σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη, παρατηρήθηκε µία αυξηµένη συχνότητα εµφάνισης σχετιζόµενων µε την αγωγή ανεπιθύµητων ενεργειών βαθµού 3 ή 4 και σοβαρών σχετιζόµενων µε την αγωγή ανεπιθύµητων ενεργειών σε ασθενείς 60 ετών ή µεγαλύτερους (βλ. τµήµα 5.1). Για ασθενείς 60 ετών ή µεγαλύτερους που λαµβάνουν θεραπεία συνδυασµού Xeloda µε ντοσεταξέλη, συνιστάται µείωση της δόσης έναρξης του Xeloda σε 75% (950 mg/m2 δύο φορές ηµερησίως). Αν δεν παρατηρείται τοξικότητα σε ασθενείς ηλικίας ≥ 60 ετών που λαµβάνουν αγωγή µε µειωµένη δόση έναρξης Xeloda σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη, η δόση του Xeloda µπορεί να κλιµακωθεί προσεκτικά στα 1250 mg/m2 δύο φορές ηµερησίως.
4.3 Αντενδείξεις
Ιστορικό σοβαρών και απρόσµενων αντιδράσεων στη θεραπεία µε φθοριοπυριµιδίνη,
Γνωστή υπερευαισθησία στην capecitabine, φθοριοουρακίλη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα,
Σε ασθενείς µε γνωστή έλλειψη δεϋδρογενάσης της διυδροπυριµιδίνης (DPD),
Κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας,
Σε ασθενείς µε σοβαρή λευκοπενία, ουδετεροπενία ή θροµβοπενία,
Σε ασθενείς µε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια,
Σε ασθενείς µε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 30 ml/min),
Θεραπεία µε sorivudine ή µε σχετικά χηµικά ανάλογα όπως η brivudine.
Οι αντενδείξεις της ντοσεταξέλης ισχύουν επίσης για το συνδυασµό Xeloda και ντοσεταξέλης.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η τοξικότητα που περιορίζει τη δόση περιλαµβάνει διάρροια, κοιλιακό άλγος, ναυτία, στοµατίτιδα και το σύνδροµο χειρός-ποδιού (δερµατική αντίδραση χειρός-ποδιού, παλαµο-πελµατιαία ερυθροδυσαισθησία). Οι περισσότερες ανεπιθύµητες ενέργειες είναι αναστρέψιµες και δεν απαιτούν µόνιµη διακοπή της θεραπείας, παρ΄όλο που µπορεί να απαιτηθεί παράλειψη ή µείωση δόσεων.
∆ιάρροια: το Xeloda µπορεί να προκαλέσει την εµφάνιση διάρροιας η οποία έχει παρατηρηθεί σε ποσοστό 50% των ασθενών. Ασθενείς µε σοβαρή διάρροια θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να λαµβάνουν υγρά και αναπλήρωση ηλεκτρολυτών αν αφυδατώνονται. Μπορούν να χρησιµοποιηθούν οι συνήθεις αντιδιαρροϊκές αγωγές (π.χ. λοπεραµίδη). Η διάρροια βαθµού 2 σύµφωνα µε τα κριτήρια συνήθους τοξικότητας κατά NCIC ορίζεται σαν µια αύξηση 4-6 κενώσεων/ηµέρα ή νυκτερινών κενώσεων, η διάρροια βαθµού 3 σαν µια αύξηση 7-9 κενώσεων/ηµέρα ή ακράτεια και δυσαπορρόφηση. Η διάρροια βαθµού 4 είναι µια αύξηση > 10 κενώσεων/ηµέρα ή έντονα αιµατηρή διάρροια ή η ανάγκη παρεντερικής υποστήριξης. Αν εµφανιστεί διάρροια βαθµού 2, 3 ή 4, η χορήγηση του Xeloda πρέπει να διακόπτεται αµέσως µέχρι υποχώρησης αυτής ή µείωσης του βαθµού σοβαρότητάς της σε 1. Μετά την εµφάνιση διάρροιας βαθµού 3 ή 4, οι επόµενες δόσεις του Xeloda θα πρέπει να µειωθούν ή η αγωγή να διακοπεί οριστικά (βαθµός 4).
Σύνδροµο χειρός-ποδιού (hand-foot syndrome) (γνωστό επίσης και σαν δερµατική αντίδραση χειρός-ποδιού ή παλαµο-πελµατιαία ερυθροδυσαισθησία ή ερύθηµα των άκρων που προκαλείται από χηµειοθεραπεία). Το σύνδροµο χειρός-ποδιού βαθµού 1 ορίζεται σαν ερύθηµα, δυσαισθησία/παραισθησία, µυρµηκίαση, ανώδυνο πρήξιµο ή ερύθηµα των χεριών και /ή ποδιών και/ή κακουχία η οποία δεν επηρεάζει τις δραστηριότητες της καθηµερινής ζωής. Το σύνδροµο χειρός-ποδιού βαθµού 2 ορίζεται σαν επώδυνο ερύθηµα και πρήξιµο των χεριών και/ή ποδιών και/ή κακουχία που έχει σαν αποτέλεσµα την αδυναµία του ασθενούς να εργαστεί ή να εκτελέσει τις δραστηριότητες της καθηµερινής ζωής. Το σύνδροµο χειρός-ποδιού βαθµού 3 ορίζεται ως απολέπιση, εξέλκωση, φλύκταινες και έντονο πόνο των χεριών και/ή ποδιών και/ή έντονη κακουχία που κάνει τον ασθενή ανίκανο να εργαστεί ή να εκτελέσει τις δραστηριότητες της καθηµερινής του ζωής. Αν εµφανιστεί σύνδροµο χειρός-ποδιού βαθµού 2 ή 3, η χορήγηση του Xeloda θα πρέπει να διακοπεί µέχρι υποχώρησης ή µείωσης του βαθµού σοβαρότητας σε 1. Μετά την εµφάνιση συνδρόµου χειρός-ποδιού βαθµού 3, οι επόµενες δόσεις του Xeloda θα πρέπει να µειωθούν.
Καρδιοτοξικότητα: η θεραπεία µε φθοριοπυριµιδίνη έχει συσχετιστεί µε καρδιοτοξικότητα, συµπεριλαµβανοµένων εµφράγµατος του µυοκαρδίου, στηθάγχης, δυσρυθµιών, καρδιογενούς σοκ, αιφνίδιου θανάτου και ηλεκτροκαρδιογραφικών αλλοιώσεων. Αυτές οι ανεπιθύµητες ενέργειες µπορεί να είναι πιο συνηθισµένες σε ασθενείς µε προηγούµενο ιστορικό στεφανιαίας αρτηριακής νόσου. Έχουν αναφερθεί καρδιακές αρρυθµίες, στηθάγχη, έµφραγµα του µυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια και µυοκαρδιοπάθεια σε ασθενείς που λάµβαναν Xeloda. Επιβάλλεται µεγάλη προσοχή σε ασθενείς µε ιστορικό σηµαντικών καρδιακών νοσηµάτων, αρρυθµιών και στηθάγχης (βλ. τµήµα 4.8).
Υπο- ή υπερασβεστιαιµία: έχουν αναφερθεί υπo- ή υπερασβεστιαιµία κατά τη διάρκεια αγωγής µε Xeloda. Απαιτείται µεγάλη προσοχή σε ασθενείς µε προϋπάρχουσα υπο- ή υπερασβεστιαιµία (βλ. τµήµα 4.8).
Νόσος του Κεντρικού ή Περιφερικού νευρικού συστήµατος: απαιτείται προσοχή σε ασθενείς µε νόσο του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήµατος, π.χ. µετάσταση εγκεφάλου ή νευροπάθεια (βλ. τµήµα 4.8).
Σακχαρώδης διαβήτης ή διαταραχές ηλεκτρολυτών: απαιτείται προσοχή σε ασθενείς µε σακχαρώδη διαβήτη ή διαταραχές ηλεκτρολυτών, καθώς αυτές µπορεί να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της αγωγής µε Xeloda.
Αντιπηκτικά κουµαρινικού τύπου: σε µία µελέτη φαρµακευτικής αλληλεπίδρασης µε χορήγηση εφάπαξ δόσης βαρφαρίνης, υπήρξε µία σηµαντική αύξηση της µέσης τιµής της AUC (+57%) της S-warfarin. Αυτά τα αποτελέσµατα υποδεικνύουν µία αλληλεπίδραση, πιθανώς λόγω µιας αναστολής του ισοενζυµικού συστήµατος του κυτοχρώµατος P450 2C9 από την capecitabine. Σε ασθενείς που λαµβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία Xeloda και από στόµατος χορηγούµενη θεραπεία µε αντιπηκτικά κουµαρινικού τύπου θα πρέπει να παρακολουθείται στενά η ανταπόκρισή τους στο αντιπηκτικό (INR ή χρόνος προθροµβίνης) και να προσαρµόζεται αντίστοιχα η δόση του αντιπηκτικού (βλ. τµήµα 4.5).
Ηπατική ανεπάρκεια: απουσία δεδοµένων ασφάλειας και αποτελεσµατικότητας σε ασθενείς µε ηπατική ανεπάρκεια, η χρήση του Xeloda πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά σε ασθενείς µε ήπια έως µέτρια ηπατική δυσλειτουργία, ανεξαρτήτως εµφάνισης ή απουσίας ηπατικών µεταστάσεων. Η χορήγηση του Xeloda θα πρέπει να διακόπτεται αν εµφανιστούν σχετιζόµενες µε την αγωγή αυξήσεις της χολερυθρίνης > 3,0 x ULN ή σχετιζόµενες µε την αγωγή αυξήσεις των ηπατικών αµινοτρανσφερασών (ALT, AST) > 2,5 x ULN. Η αγωγή µε µονοθεραπεία Xeloda µπορεί να επαναχορηγηθεί όταν η χολερυθρίνη µειωθεί σε ≤ 3,0 x ULN ή οι ηπατικές αµινοτρανσφεράσες µειωθούν σε ≤ 2,5 x ULN. Για θεραπεία συνδυασµού µε Xeloda και ντοσεταξέλη, βλ. επίσης τµήµα 4.2.
Νεφρική ανεπάρκεια: η συχνότητα εµφάνισης ανεπιθύµητων ενεργειών βαθµού 3 ή 4 σε ασθενείς µε ήπια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 30-50 ml/min) αυξάνεται συγκριτικά µε το συνολικό πληθυσµό (βλ. τµήµα 4.2 και 4.3)
4.5 Αλληλεπιδράσεις µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα και άλλες µορφές αλληλεπίδρασης
Αλληλεπίδραση µε άλλα φαρµακευτικά προϊόντα:
Αντιπηκτικά κουµαρινικού τύπου: έχουν αναφερθεί διαταραχές των παραµέτρων πήξης και/ή αιµορραγία σε ασθενείς που λάµβαναν Xeloda ταυτόχρονα µε αντιπηκτικά κουµαρινικού τύπου όπως η βαρφαρίνη και η φαινπροκουµόνη. Αυτές οι ενέργειες εµφανίστηκαν µέσα σε µερικές µέρες και µέχρι και µερικούς µήνες µετά την έναρξη της θεραπείας µε Xeloda και σε µερικές περιπτώσεις, µέσα σε ένα µήνα µετά τη διακοπή του Xeloda. Σε µία κλινική φαρµακοκινητική µελέτη αλληλεπίδρασης, κατόπιν εφάπαξ δόση βαρφαρίνης 20 mg, η θεραπεία µε Xeloda αύξησε το εµβαδόν της περιοχής κάτω από την καµπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) της S-warfarin κατά 57% µε µία αύξηση της τιµής του INR κατά 91%. Καθώς ο µεταβολισµός της R-warfarin δεν επηρεάστηκε, αυτά τα αποτελέσµατα υποδεικνύουν ότι το capecitabine υπορρυθµίζει το ισοένζυµο 2C9, αλλά δεν έχει επίδραση στα ισοένζυµα 1Α2 και 3Α4. Οι ασθενείς που λαµβάνουν αντιπηκτικά κουµαρινικού τύπου ταυτόχρονα µε Xeloda πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για αλλαγές των παραµέτρων πήξης (PT ή INR) και να προσαρµόζεται αντίστοιχα η δόση του αντιπηκτικού τους.
Φαινυτοΐνη: έχουν αναφερθεί αυξηµένες συγκεντρώσεις φαινυτοΐνης στο πλάσµα κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χρήσης Xeloda µε φαινυτοΐνη, οι οποίες σε µεµονωµένα περιστατικά είχαν σαν αποτέλεσµα συµπτώµατα δηλητηρίασης από φαινυτοΐνη. Οι ασθενείς που λαµβάνουν φαινυτοΐνη ταυτόχρονα µε Xeloda θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για την περίπτωση αυξηµένων συγκεντρώσεων φαινυτοΐνης στο πλάσµα.
Φολινικό οξύ: µια µελέτη συνδυασµού µε Xeloda και φολινικό οξύ υπέδειξε ότι το φολινικό οξύ δεν έχει µείζονα επίδραση στη φαρµακοκινητική του Xeloda και των µεταβολιτών του. Ωστόσο, το φολινικό οξύ έχει επίδραση στη φαρµακοδυναµική του Xeloda: η µέγιστη ανεκτή δόση (MTD) του Xeloda σε µονοθεραπεία χρησιµοποιώντας το διαλλείπον σχήµα είναι 3000 mg/m2την ηµέρα ενώ είναι µόνο 2000 mg/m2 την ηµέρα όταν το capecitabine συνδυαζόταν µε φολινικό οξύ (30 mg δύο φορές ηµερησίως από στόµατος).
Sorivudine και ανάλογα: έχει περιγραφεί µία κλινικά σηµαντική φαρµακευτική αλληλεπίδραση µεταξύ sorivudine και 5-FU, η οποία προέρχεται από την αναστολή της δεϋδρογενάσης της διϋδροπυριµιδίνης από την sorivudine. Αυτή η αλληλεπίδραση, η οποία οδηγεί σε αυξηµένη τοξικότητα της φθοριοπυριµιδίνης , είναι δυνητικά θανάσιµη. Έτσι, το Xeloda δεν πρέπει να χορηγείται µε sorivudine ή µε τα σχετικά χηµικά του ανάλογα όπως η brivudine (βλ. τµήµα 4.3).
Αντιόξινα: διερευνήθηκε η επίδραση ενός αντιόξινου που περιέχει υδροξείδιο του αργιλίου και υδροξείδιο του µαγνησίου στη φαρµακοκινητική του capecitabine. Υπήρξε µια µικρή αύξηση στις συγκεντρώσεις του capecitabine και ενός µεταβολίτη (5’-DFCR) στο πλάσµα. ∆εν υπήρξε καµµία επίδραση στους 3 κύριους µεταβολίτες (5’-DFUR, 5-FU και FBAL).
Αλλοπουρινόλη: έχουν παρατηρηθεί αλληλεπιδράσεις του 5-FU µε αλλοπουρινόλη, µε πιθανή µείωση της αποτελεσµατικότητας της 5-FU. Πρέπει να αποφεύγεται ταυτόχρονη χρήση αλλοπουρινόλης µε Xeloda.
Αλληλεπίδραση µε κυτόχρωµα P-450: Για πιθανές αλληλεπιδράσεις µε τα ισοένζυµα 1A2, 2C9 και 3Α4, βλέπε αλληλεπιδράσεις µε αντιπηκτικά κουµαρινικού τύπου.
Ιντερφερόνη άλφα: η MTD του Xeloda όταν συνδυαζόταν µε ιντερφερόνη άλφα-2α (3MIU/m2 ηµερησίως) ήταν 2000 mg/m2 την ηµέρα συγκρινόµενη µε 3000 mg/m2 την ηµέρα όταν το Xeloda χορηγήθηκε σε µονοθεραπεία.
Ακτινοθεραπεία: η MTD του Xeloda µόνο χρησιµοποιώντας το διαλλείπον σχήµα είναι 3000 mg/m2 την ηµέρα, ενώ, όταν συνδυάζεται µε ακτινοθεραπεία για καρκίνο του παχέος εντέρου, η MTD του Xeloda είναι 2000 mg/m2 την ηµέρα χρησιµοποιώντας είτε συνεχές σχήµα ή χορηγούµενο καθηµερινά ∆ευτέρα έως Παρασκευή κατά τη διάρκεια κύκλου ακτινοθεραπείας 6 εβδοµάδων.
Αλληλεπίδραση µε τροφή: σε όλες τις κλινικές δοκιµές, οι ασθενείς καθοδηγήθηκαν να λαµβάνουν το Xeloda µέσα σε 30 λεπτά µετά από ένα γεύµα. Καθώς τα τρέχοντα δεδοµένα ασφάλειας και αποτελεσµατικότητας βασίζονται σε χορήγηση µε τροφή, συνιστάται το Xeloda να χορηγείται µε τροφή. Η χορήγηση µε τροφή µειώνει το βαθµό απορρόφησης του capecitabine (βλ. τµήµα 5.2).
4.6 Kύηση και γαλουχία
∆εν υπάρχουν µελέτες σε εγκύους γυναίκες που χρησιµοποιούσαν το Xeloda. Παρ' όλα αυτά θα πρέπει να υποτεθεί ότι το Xeloda µπορεί να προκαλέσει εµβρυϊκή βλάβη αν χορηγηθεί σε κυοφορούσες γυναίκες. Σε µελέτες τοξικότητας της αναπαραγωγής σε πειραµατόζωα, η χορήγηση του capecitabine προκάλεσε εµβρυϊκή θνησιµότητα και τερατογένεση. Αυτά είναι αναµενόµενα ευρήµατα των παραγώγων της φθοριοπυριµιδίνης. Το Xeloda αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης. Πρέπει να συστήνεται στις γυναίκες µε αναπαραγωγική δυνατότητα να αποφύγουν να καταστούν έγκυες όσο λαµβάνουν αγωγή µε Xeloda. Αν η ασθενής µείνει έγκυος όταν λαµβάνει Xeloda, πρέπει να της παρέχονται εξηγήσεις για το δυνητικό κίνδυνο για το κύηµα. ∆εν είναι γνωστό κατά πόσο το Xeloda εκκρίνεται στο ανθρώπινο µητρικό γάλα. Σε θηλάζοντα θηλυκά ποντικών, βρέθηκαν σηµαντικές ποσότητες capecitabine και των µεταβολιτών του στο γάλα. Ο θηλασµός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της αγωγής µε Xeloda.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών
Το Xeloda µπορεί να προκαλέσει ζάλη, κόπωση και ναυτία. Αυτές οι επιδράσεις µπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισµού µηχανών.
4.8 Ανεπιθύµητες ενέργειες
Οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις που θεωρούνται ενδεχοµένως, πιθανώς ή ελάχιστα πιθανώς σχετιζόµενες µε τη χορήγηση του Xeloda έχουν ληφθεί από κλινικές µελέτες που διενεργήθηκαν µε µονοθεραπεία Xeloda (σε επικουρική θεραπεία καρκίνου παχέος εντέρου, σε µεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου και µεταστατικό καρκίνο του µαστού) και Xeloda σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη στο µεταστατικό καρκίνο του µαστού κατόπιν αποτυχίας κυτταροτοξικής χηµειοθεραπείας. Οι συχνότερα αναφερόµενες σχετιζόµενες µε την αγωγή ανεπιθύµητες ενέργειες ήταν γαστρεντερικές διαταραχές (ιδιαίτερα διάρροια, ναυτία, έµετος, κοιλιακό άλγος, στοµατίτιδα), κόπωση και σύνδροµο χειρός – ποδιού (παλαµο-πελµατιαία ερυθροδυσαισθησία). Αναφέρθηκαν αποτελέσµατα ασφάλειας της µονοθεραπείας Xeloda στην επικουρική θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου (995 ασθενείς) και του µεταστατικού καρκίνου του παχέος εντέρου (596 ασθενείς) σε 3 δοκιµές φάσης ΙΙ (Πίνακας 6). Οι συχνότερα αναφερόµενες σχετιζόµενες µε την αγωγή ανεπιθύµητες αντιδράσεις σ’ αυτές τις δοκιµές ήταν γαστρεντερικές διαταραχές, ιδιαίτερα διάρροια, ναυτία, έµετος, στοµατίτιδα και σύνδροµο χειρός-ποδιού (παλαµο-πελµατιαία ερυθροδυσαισθησία). Η εικόνα ασφάλειας της µονοθεραπείας Xeloda στους πληθυσµούς µε καρκίνο του µαστού και στους πληθυσµούς µε καρκίνο του παχέος εντέρου είναι συγκρίσιµη. Οι ακόλουθες επικεφαλίδες χρησιµοποιούνται για την κατάταξη των ανεπιθύµητων ενεργειών κατά συχνότητα: Πολύ συχνές (>1/10), συχνές (1/100, <1/10) και όχι συχνές (>1/1000, <1/100).
Πίνακας 6: Σύνοψη των σχετιζόµενων ανεπιθύµητων ενεργειών που αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έχουν λάβει µονοθεραπεία µε Xeloda ως επικουρική θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου και µεταστατικού καρκίνου του παχέος εντέρου (συνολικά 1591 ασθενείς).
|
Ανεπιθύµητη Ενέργεια
Οργανικού Συστήµατος
|
Πολύ Συχνές
|
Συχνές
|
|
∆ιαταραχές του δέρµατος και του υποδόριου ιστού
|
Σύνδροµο παλαµοπελµατιαίας ερυθροδυσαισθησίας (57%)
|
Εξάνθηµα (7%), αλωπεκία (6%), ερύθηµα (6%), ξηροδερµία (5%), κνησµός (2%), υπέρχρωση δέρµατος (2%), εξάνθηµα κηλιδώδες (1%); απολέπιση δέρµατος (1%), δερµατίτιδα (1%), διαταραχή της µελάγχρωσης (1%), διαταραχή των νυχιών (1%)
|
|
∆ιαταραχές του γαστρεντερικού συστήµατος
|
∆ιάρροια (47%), ναυτία (35%), στοµατίτιδα (23%), έµετος (18%), κοιλιακό άλγος (11%)
|
∆υσκοιλιότητα (6%), άλγος της άνω κοιλιακής χώρας (6%), δυσπεψία (5%), µετεωρισµός (3%), ξηροστοµία (3%), υδαρείς κενώσεις (2%),
|
|
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
|
Κόπωση (16%), εξασθένιση (10%)
|
Πυρεξία (6%), λήθαργος (6%), περιφερικό οίδηµα (3%), κακουχία (1%)
|
|
∆ιαταραχές τουµεταβολισµού και της θρέψης
|
Ανορεξία (10%),
|
Αφυδάτωση (3%), µειωµένη όρεξη (2%)
|
|
∆ιαταραχές του νευρικού συστήµατος
|
(καµία)
|
∆υσγευσία (5%), ζάλη (5%), κεφαλαλγία (4%), παραισθησία (3 %), λήθαργος (1%)
|
|
Οφθαλµικές διαταραχές
|
(καµία)
|
Αυξηµένη δακρύρροια (5%), επιπεφυκίτιδα (4%), ερεθισµός οφθαλµού (1%)
|
|
∆ιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
|
(καµία)
|
Υπερχολερυθριναιµία / αυξηµένη χολερυθρίνη αίµατος (3%)
|
|
∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήµατος,του θώρακα και τουµεσοθωρακίου
|
(καµία)
|
∆ύσπνοια (3%), επίσταξη (2%), βήχας (1%), ρινορραγία (1%)
|
|
∆ιαταραχές τουµυοσκελετικού συστήµατος και του συνδετικού ιστού
|
(καµία)
|
Άλγος των άκρων (3%), ραχιαίο άλγος (2%), αρθραλγία (2%)
|
|
Παρακλινικές εξετάσεις
|
|
Ελάττωση βάρους (2%)
|
|
∆ιαταραχές του αιµοποιητικού και του λεµφικού συστήµατος
|
(καµία)
|
Ουδετεροπενία (2%), αναιµία (2%)
|
|
Ψυχιατρικές διαταραχές
|
(καµία)
|
Αϋπνία (2%), κατάθλιψη (1%)
|
|
Λοιµώξεις και παρασιτώσεις
|
(καµία)
|
Έρπης απλός (1%), ρινοφαρυγγίτιδα (1%)
|
∆ιαταραχές του δέρµατος και του υποδόριου ιστού (όχι συχνές): εξάνθηµα κνησµώδες, αποχρωµατισµός δέρµατος, αντίδραση φωτοευαισθησίας, ερυθηµατώδες εξάνθηµα, αποφολιδωτική δερµατίτιδα, εξάνθηµα, ρήξη όνυχα, υπερίδρωση, υποτρίχωση, έκζεµα, ρωγµές δέρµατος, οίδηµα προσώπου, ονυχόλυση, παλαµιαίο ερύθηµα, νυχτερινή εφίδρωση, δερµατικό έλκος, αποχρωµατισµός νυχιών, νύχια µε εµφάνιση ραβδώσεων/πτυχώσεων, γενικευµένο εξάνθηµα, εξάνθηµα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθηµα βλατιδώδες, εξέλκωση πέους, πελµατικό ερύθηµα, δερµατική αλλοίωση, ακτινική κεράτωση, τοπική αποφολίδωση, ονυχοδυστροφία, γενικευµένος κνησµός, φλυκταινώδες εξάνθηµα, µελάγχρωση νυχιών, τελεία πτώση των ονύχων, κνίδωση, υπερκεράτωση, πορφύρα, εξάνθηµα φολιδώδες, φλεγµονή του δέρµατος
∆ιαταραχές του γαστρεντερικού συστήµατος (όχι συχνές): στοµατικό άλγος, γαστρίτιδα, δυσφαγία, ξηρότητα των χειλέων, εξέλκωση των χειλέων, άλγος της κάτω κοιλιακής χώρας, διάταση κοιλίας, οισοφαγίτιδα, σκασµένα χείλη, άλγος των χειλέων, αιµορραγία του ορθού, κοιλιακή δυσφορία, γαστροοισοφαγική παλινδρόµηση, χειλίτιδα, αιµορροΐδες, αφθώδης στοµατίτιδα, πρωκταλγία, κολίτιδα, γλωσσοδυνία, πρωκτίτιδα, υπερέκκριση σιέλου, συχνές κινήσεις του εντέρου, άλγος των ούλων, εντερική απόφραξη, κνησµός του δακτυλίου, Ερυγές, γαστρεντερική αιµορραγία, φλύκταινα των χειλέων, απόφραξη λεπτού εντέρου, ξηροστοµία, εντερίτιδα, στοµαχική δυσφορία, επιγαστρική δυσφορία, κοιλιακή ευαισθησία, υπαισθησία στόµατος, εκκένωση από το ορθό, εξέλκωση της γλώσσας, ραγάδα του πρωκτού, εντεροκολίτιδα, αιµατοχεσία, µέλαινα, ασκίτης, µη φυσιολογικοί ήχοι του εντέρου, αιµορραγική διάρροια, αιµατέµεση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης (όχι συχνές): φρίκια, νόσος οµοιάζουσα µε γρίπη, µη καρδιακό θωρακικό άλγος, θωρακικό άλγος, άλγος, ρίγη, ασαφώς καθοριζόµενη διαταραχή, δίψα, κακουχία του θώρακα, οίδηµα, αίσθηµα κρύου, αίσθηµα θερµού, άλγος του προσώπου, οίδηµα µε εντύπωµα, ευαισθησία
∆ιαταραχές του µεταβολισµού και της θρέψης (όχι συχνές): υποκαλιαιµία, καχεξία, διαταραχή της όρεξης, ανεπαρκής ρύθµιση σακχαρώδους διαβήτη, υπερτριγλυκεριδαιµία, πληµµελής θρέψη, σακχαρώδης διαβήτης, υπολευκωµατιναιµία
∆ιαταραχές του νευρικού συστήµατος (όχι συχνές): υπαισθησία, στοµατική παραισθησία, αγευσία, διαταραχή της προσοχής, συγκοπή, υπεραισθησία, αίσθηµα καύσου, διαταραχή της ισορροπίας, υπνηλία, αµνησία, διαταραχή της µνήµης, δυσαισθησία, αταξία, παροσµία, τρόµος, περιφερική νευροπάθεια, ζάλη θέσης, αφασία, περιφερική αισθητική νευροπάθεια
Οφθαλµικές διαταραχές (όχι συχνές): οφθαλµικό άλγος, όραση θαµπή, ξηρή κερατοεπιπεφυκίτιδα, ξηροφθαλµία, κνησµός του οφθαλµού, οπτική οξύτητα µειωµένη, οφθαλµικό έκκριµα, ερυθρότητα οφθαλµών, διπλωπία, αιµορραγία του επιπεφυκότα, άλγος των βλεφάρων
∆ιαταραχές του αναπνευστικού συστήµατος, του θώρακα και του µεσοθωρακίου (όχι συχνές): φαρυγγολαρυγγικό άλγος, λόξυγκας, δύσπνοια µετά κόπωση, ρινίτιδα, ερεθισµός ρωθώνων, ξηρότητα του φάρυγγα, ρινικό έλκος, πνευµονική εµβολή, βράγχος φωνής, αιµόπτυση, παραγωγικός βήχας, συριγµός, άσθµα, ρινική δυσφορία, οπισθορρινική καταρροή, ερεθισµός του λαιµού, πνευµοθώρακας
∆ιαταραχές του µυοσκελετικού συστήµατος και του συνδετικού ιστού (όχι συχνές): µυαλγία, διόγκωση άρθρωσης, µυϊκή κράµπα, οστικό άλγος, λαγωνιαίο άλγος, άλγος του προσώπου, αυχενικό άλγος, µυοσκελετική δυσκαµψία, µυοσκελετική αδυναµία
∆ιαταραχές του αιµοποιητικού και λεµφικού συστήµατος (όχι συχνές): εµπύρετος ουδετεροπενία, λευκοπενία, θροµβοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, αιµολυτική αναιµία, πανκυτταροπενία
Παρακλινικές εξετάσεις (όχι συχνές): αυξηµένη αµινοτρανσφεράση της αλανίνης, αυξηµένο βάρος αυξηµένα ηπατικά ένζυµα, αυξηµένη θερµοκρασία σώµατος, αυξηµένη ασπαρτική αµινοτρανσφεράση, µειωµένο κάλιο στο αίµα, µειωµένη αιµοσφαιρίνη, µη φυσιολογικές δοκιµασίες ηπατικής λειτουργίας, αυξηµένη αλκαλική φωσφατάση στο αίµα, αίµα στα κόπρανα, αυξηµένη γ-γλουταµυλοτρανσφεράση, αυξηµένη τιµή INR, αυξηµένη κρεατινίνη στο αίµα
Ψυχιατρικές διαταραχές (όχι συχνές): άγχος, νευρικότητα, κατάσταση σύγχυσης, καταθλιπτική διάθεση, ευερεθιστότητα, ανησυχία, διαταραχή της διάθεσης, διαταραχή ύπνου, θυµός, µειωµένη γενετήσια ορµή, εφιάλτης, διαταραχή πανικού
∆ιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων (όχι συχνές): ηπατική στεάτωση, ηπατοµεγαλία, ίκτερος, ηπατικό άλγος
Λοιµώξεις και παρασιτώσεις (όχι συχνές): στοµατική καντιντίαση, ουρολοίµωξη, λοίµωξη ανώτερου αναπνευστικού, λοίµωξη κατώτερου αναπνευστικού, τοπική λοίµωξη, κυστίτιδα, πνευµονία, φαρυγγίτιδα, κολπική καντιντίαση, καντιντίαση, γρίπη, λοίµωξη των νυχιών, βρογχίτιδα, γαστρεντερίτιδα, σήψη, θυλακίτιδα, ρινίτιδα, κολπίτιδα, λοίµωξη τραύµατος, µυκητιασική λοίµωξη δέρµατος, παρωνυχία, µυκητιασική λοίµωξη, λοίµωξη από τον ιό του έρπητα, έρπης ζωστήρ, λοίµωξη οδοντικό απόστηµα, κυτταρίτιδα, ονυχοµυκητίαση, αµυγδαλίτιδα
Αγγειακές διαταραχές (όχι συχνές): έξαψη, φλεβίτιδα, εν τω βάθει φλεβική θρόµβωση, υπέρταση, υπόταση, θροµβοφλεβίτιδα, έξαψη, ορθοστατική υπόταση, πετέχειες, επιπολής θροµβοφλεβίτιδα, περιφερική ψυχρότητα, φλεβοθρόµβωση, φλεβική θρόµβωση άκρου
Καρδιακές διαταραχές (όχι συχνές): στηθάγχη, αίσθηµα παλµών, αρτηριακή µαρµαρυγή, αρρυθµία, ταχυκαρδία, φλεβοκοµβική ταχυκαρδία, ασταθής στηθάγχη, µυοκαρδιακή ισχαιµία
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισµών (όχι συχνές): φλύκταινα, µώλωπας, ηλιακό έγκαυµα, υπερδοσολογία, αντίδραση στη θέση στοµίας
∆ιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήµατος και του µαστού (όχι συχνές): βαλανίτιδα, κολπική αιµορραγία, αίσθηµα καύσου στον κόλπο, ερύθηµα γεννητικών οργάνων, κνησµός γεννητικών οργάνων ανδρός, φίµωση
∆ιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών (όχι συχνές): δυσουρία, ούρηση πολλάκις, αιµατουρία, χρωµατουρία, ακράτεια ούρων, υδρονέφρωση, νυκτουρία
∆ιαταραχές του ώτος και του λαβύρινθου (όχι συχνές): ίλιγγος, ωτικό άλγος
∆ιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήµατος (όχι συχνές): υπερευαισθησία
Νεοπλάσµατα καλοήθη, κακοήθη και µη καθοριζόµενα (όχι συχνές): λίπωµα
Πίνακας 7: ∆ιαταραχές εργαστηριακών τιµών που έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν µονοθεραπεία µε Xeloda σε επικουρική θεραπεία του καρκίνου του παχέος εντέρου και του µεταστατικού κολοορθικού καρκίνου (συνολικά 1591 ασθενείς)
|
|
Ασθενείς µε διαταραχή βαθµού 1 µέχρι 4 (%)
|
Ασθενείς µε βαθµού 3/4 (%)
|
Ασθενείς µε βαθµού 4
(%)
|
|
Μειωµένη αιµοσφαιρίνη
|
73.3
|
1.4
|
0.4
|
|
Μειωµένα ουδετερόφιλα / κοκκιοκύτταρα
|
25.4
|
2.4
|
1.6
|
|
Μειωµένα αιµοπετάλια
|
18.8
|
1.0
|
0.6
|
|
Μειωµένα λεµφοκύτταρα
|
83.5
|
21.9
|
4.0
|
|
Μειωµένο νάτριο
|
26.0
|
0.6
|
0.1
|
|
Μειωµένο κάλιο
|
24.3
|
0.6
|
0.1
|
|
Αυξηµένο ασβέστιο
|
6.4
|
0.9
|
0.8
|
|
Μειωµένο ασβέστιο
|
16.7
|
1.8
|
1.5
|
|
Αυξηµένη χολερυθρίνη
|
49.4
|
21.06
|
2.6
|
|
Αυξηµένη αλκαλική φωσφατάση
|
44.3
|
1.3
|
0.1
|
|
Αυξηµένη ALAT (SGPT)
|
29.9
|
1.2
|
0.1
|
|
Αυξηµένη ASAT (SGOT)
|
33.9
|
0.8
|
0.1
|
Xeloda και ντοσεταξέλη σε συνδυασµό: οι συχνότερες σχετιζόµενες µε την αγωγή ανεπιθύµητες ενέργειες (≥ 5%) που αναφέρθηκαν σε µία δοκιµή φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς µε καρκίνο µαστού που είχαν αποτύχει στη θεραπεία µε ανθρακυκλίνη παρουσιάζονται στον Πίνακα 8. Παρουσιάζονται επίσης οι σχετιζόµενες µε την αγωγή ανεπιθύµητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στο σκέλος σύγκρισης αυτής της δοκιµής χρησιµοποιώντας τη συνήθη δόση ντοσεταξέλης. Είναι δυνατόν να αναµένονται σπάνιες ή ασυνήθεις ανεπιθύµητες ενέργειες, όπως περιγράφεται στην παράγραφο για τη µονοθεραπεία Xeloda, και για τη θεραπεία συνδυασµού. Αυτές δεν αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα.
Πίνακας 8: Σύνοψη ανεπιθύµητων ενεργειών που αναφέρθηκαν σε ασθενή που έλαβε αγωγή µε Xeloda σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη για µεταστατικό καρκίνο του µαστού κατόπιν αποτυχίας κυτταροτοξικής χηµειοθεραπείας.
|
Ανεπιθύµητη Ενέργεια
|
Xeloda 1250 mg/m2/δύο φορές ηµερησίως µε Ντοσεταξέλη 75 mg/m2/3 εβδοµάδες
(n=251)
|
Ντοσεταξέλη 100 mg/m2/ 3 εβδοµάδες
(n=255)
|
|
Οργανικό σύστηµα / Ανεπιθύµητη Ενέργεια
|
Σύνολο
%
|
Βαθµού 3 / 4
%
|
Σύνολο
%
|
Βαθµού 3 / 4
%
|
|
Γαστρεντερικό
Στοµατίτιδα
∆ιάρροια
Ναυτία
Έµετος
∆υσκοιλιότητα
Κοιλιακό άλγος
∆υσπεψία
Άλγος άνω κοιλίας
Ξηροστοµία
|
67
64
43
33
14
14
12
9
5
|
18
14
6
4
1
2
-
-
-
|
42
45
35
22
12
9
5
6
4
|
5
5
2
1
-
1
<1
1
-
|
|
∆έρµα και υποδόριος ιστός
Σύνδροµο χειρός-ποδιού
Αλωπεκία
∆ιαταραχές νυχιών
∆ερµατίτιδα
Ερυθηµατώδες εξάνθηµα
Αποχρωµατισµός νυχιών
Ονυχόλυση
|
63
41
14
8
8
6
5
|
24
6
2
-
<1
-
1
|
7
42
15
9
4
4
5
|
1
7
-
1
-
<1
1
|
|
Γενικές
Εξασθένηση
Πυρεξία
Κόπωση
Αδυναµία
Άλγος άκρου
Λήθαργος
Πόνος
|
23
21
21
13
9
6
6
|
3
1
4
1
<1
-
-
|
22
29
25
9
8
5
2
|
5
<1
5
2
<1
1
-
|
|
Αιµοποιητικό & λεµφικό σύστηµα
Ουδετεροπενικός πυρετός
|
16
|
16
|
21
|
21
|
|
Νευρολογικές
∆ιαταραχή γεύσης
Παραισθησία
Ζάλη
Κεφαλαγία
Περιφερική Νευροπάθεια
|
15
11
9
7
5
|
<1
<1
-
<1
-
|
14
15
6
8
10
|
<1
1
<1
1
1
|
|
Μεταβολισµός
Ανορεξία
Μειωµένη όρεξη
Αφυδάτωση
Μειωµένο βάρος
|
12
10
8
6
|
1
-
2
-
|
10
4
5
4
|
1
-
1
-
|
|
Οφθαλµοί
Αυξηµένη δακρύρροια
|
12
|
-
|
5
|
-
|
|
Μυοσκελετικό
Μυαλγία
Αρθραλγία
Ραχιαίο άλγος
|
14
11
7
|
2
1
1
|
24
18
6
|
2
2
1
|
|
Καρδιαγγειακό
Οίδηµα κάτω άκρου
|
14
|
1
|
12
|
1
|
|
Αναπνευστικό
Κυνάγχη
∆ύσπνοια
Βήχας
Ρινορραγία
|
11
7
6
5
|
2
1
<1
<1
|
7
9
9
5
|
<1
<1
-
-
|
|
Μόλυνση
Στοµατική καντιντίαση
|
6
|
<1
|
7
|
<1
|
Πίνακας 9: ∆ιαταραχές εργαστηριακών τιµών: Xeloda σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη σε µεταστατικό καρκίνο του µαστού κατόπιν αποτυχίας κυτταροτοξικής χηµειοθεραπείας
|
Ανεπιθύµητη Ενέργεια
|
Xeloda 1250 mg/m2/δύο φορές ηµερησίως µε Ντοσεταξέλη
75 mg/m2/3 εβδοµάδες
(n=251)
|
Ντοσεταξέλη 100 mg/m2/ 3 εβδοµάδες
(n=255)
|
|
Εργαστηριακές διαταραχές (σύµφωνα µε τα κριτήρια συνήθους τοξικότητας κατά NCIC / CTC)
|
Βαθµού 3 / 4
%
|
Βαθµού 3 / 4
%
|
|
Λεµφοπενία
Λευκοκυτταροπενία
Ουδετεροπενία
Αναιµία
Θροµβοπενία
Υπερχολερυθριναιµία
|
89
61
63
10
3
9
|
84
75
72
6
3
3
|
Εµπειρία µετά την κυκλοφορία του προϊόντος: Έχουν εντοπιστεί οι ακόλουθες επιπρόσθετες ανεπιθύµητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της µετεγκριτικής κυκλοφορίας του προϊόντος.
- Πολύ σπάνιες: στένωση δακρυϊκού πόρου.
4.9 Υπερδοσολογία
Οι εκδηλώσεις οξείας υπερδοσολογίας περιλαµβάνουν ναυτία, έµετο, διάρροια, βλεννογονίτιδα, γαστρεντερικό ερεθισµό και αιµορραγία και καταστολή µυελού των οστών. Η ιατρική αντιµετώπιση υπερδοσολογίας πρέπει να περιλαµβάνει συνηθισµένες θεραπευτικές και υποστηρικτικές ιατρικές παρεµβάσεις µε στόχο την επαναφορά στο φυσιολογικό των κλινικών εκδηλώσεων και την πρόληψη πιθανών επιπλοκών τους.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ Ι∆ΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρµακοδυναµικές ιδιότητες
Φαρµακοθεραπευτική κατηγορία: κυτταροστατικό (αντιµεταβολίτης), Κωδικός ATC: L01B C
Το capecitabine είναι µια µη-κυτταροτοξική φθοριοπυριµιδινική καρβαµάτη, η οποία λειτουργεί σαν ένας από στόµατος χορηγούµενος πρόδροµος της κυτταροτοξικής 5-φθοριοουρακίλης (5-FU). Το capecitabine ενεργοποιείται µέσω διαφόρων ενζυµατικών σταδίων (βλ. τµήµα 5.2). Το ένζυµο που εµπλέκεται στην τελική µετατροπή στο 5-FU, η θυµιδινική φωσφορυλάση (Thy Pase), ανευρίσκεται σε ιστούς όγκων, αλλά επίσης και σε φυσιολογικούς ιστούς, αν και σε χαµηλότερες συγκεντρώσεις. Σε πειραµατόζωα στα οποία µεταµοσχεύθηκαν ανθρώπινα καρκινικά κύτταρα η capecitabine απέδειξε συνεργική επίδραση σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη, η οποία µπορεί να σχετίζεται µε την όδωση της δράσης της θυµιδινικής φωσφορυλάσης από την ντοσεταξέλη. Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο µεταβολισµός του 5-FU στην αναβολική οδό παρεµποδίζει την αντίδραση µεθυλίωσης του δεοξυουριδιλικού οξέος σε θυµιδυλικό οξύ, επηρρεάζοντας έτσι περαιτέρω τη σύνθεση του δεοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA). Η ενσωµάτωση του 5-FU οδηγεί επίσης σε αναστολή του RNA και της πρωτεϊνικής σύνθεσης. Καθώς τα DNA και RNA είναι απαραίτητα για την κυτταρική διαίρεση και ανάπτυξη, η επίδραση του 5-FU µπορεί να είναι η πρόκληση ανεπάρκειας θυµιδίνης που συντελεί στην µη ισορροπηµένη ανάπτυξη και το θάνατο του κυττάρου. Οι επιδράσεις της αναστολής της σύνθεσης του DNA και RNA είναι περισσότερο αξιοσηµείωτες στα κύτταρα εκείνα που πολλαπλασιάζονται ταχύτερα και τα οποία µεταβολίζουν το 5-FU µε ταχύτερο ρυθµό.
Επικουρική θεραπεία µε Xeloda σε καρκίνο του παχέος εντέρου
∆εδοµένα από µια πολυκεντρική, τυχαιοποιηµένη, ελεγχόµενη φάσης 3 κλινική δοκιµή σε ασθενείς µε καρκίνο του παχέος εντέρου σταδίου ΙΙΙ (C κατά Dukes) υποστηρίζουν τη χρήση του Xeloda στην επικουρική θεραπεία ασθενών µε καρκίνο του παχέος εντέρου (Μελέτη XACT). Σ’ αυτή τη δοκιµή, 1987 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αγωγή µε Xeloda (1250 mg/m2 δύο φορές ηµερησίως για 2 εβδοµάδες ακολουθούµενα από 1-εβδοµάδα χωρίς φάρµακο και χορηγούµενα σε κύκλους 3-εβδοµάδων για 24 εβδοµάδες) ή 5-FU και λευκοβορίνη (Σχήµα Mayo: 20 mg/m2 λευκοβορίνης χορηγούµενης ενδοφλεβίως ακολουθούµενη από 425 mg/m2 5-FU χορηγούµενη ταχέως ενδοφλεβίως (bolus), την 1η έως και την 5η ηµέρα, κάθε 28 ηµέρες για 24 εβδοµάδες). Το Xeloda ήταν τουλάχιστον ισοδύναµο µε το συνδυασµό ενδοφλεβίων 5-FU/LV ως προς την επιβίωση ελεύθερη – νόσου στον ανά πρωτόκολλο πληθυσµό (λόγος επικινδυνότητας: 0,89: 95% ∆.Ε. 0,76 – 1,04). Σε όλο τον τυχαιοποιηµένο πληθυσµό, έλεγχοι της διαφοράς του Xeloda έναντι του συνδυασµού 5-FU/LV στην επιβίωση ελεύθερης νόσου και στη συνολική επιβίωση έδωσαν λόγους επικινδυνότητας 0,87 (95% ∆.Ε. 0,75 – 1,00, p=0,053) και 0,84 (95% ∆.Ε. 0,69 – 1,01, p=0,071), αντίστοιχα. Η επιβίωση ελεύθερη-υποτροπής, όπως αυτή υπολογίστηκε αξιολογώντας τους ασθενείς τη χρονική στιγµή της τελευταίας αξιολόγησης όγκου σε περίπτωση θανάτου που δεν σχετιζόταν µε την πρόοδο της νόσου ή την αγωγή (στην επιβίωση ελεύθερη νόσου, οι θάνατοι αυτοί θεωρήθηκαν συµβάµατα), ήταν στατιστικά διαφορετικά υπέρ του Xeloda συγκριτικά µε το συνδυασµό 5-FU/LV (λόγος επικινδυνότητας 0,86 (95% ∆.Ε. 0,74 - 0,99 : p=0,041) διάµεση τιµή του χρόνου παρακολούθησης τη στιγµή της ανάλυσης ήταν 3,8 χρόνια.
Μονοθεραπεία Xeloda στον µεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου
∆εδοµένα από δύο ταυτόσηµα σχεδιασµένες, πολυκεντρικές, τυχαιοποιηµένες ελεγχόµενες φάσης 3 κλινικές δοκιµές, υποστηρίζουν τη χρήση του Xeloda για θεραπεία πρώτης γραµµής του µεταστατικού καρκίνου του παχέος εντέρου. Σ΄αυτές τις δοκιµές, 603 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αγωγή µε Xeloda (1250 mg/m2 δύο φορές ηµερησίως για 2 εβδοµάδες ακολουθούµενη από 1 εβδοµάδα ανάπαυσης και χορηγούµενη σε κύκλους 3 εβδοµάδων). 604 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αγωγή µε 5-FU και λευκοβορίνη (σχήµα Mayo: 20 mg/m2 λευκοβορίνης ενδοφλεβίως ακολουθούµενη από 425 mg/m2 5-FU ταχέως ενδοφλεβίως (iv bolus) την 1η – 5η ηµέρα, κάθε 28 ηµέρες). Οι ρυθµοί συνολικής αντικειµενικής ανταπόκρισης στο σύνολο του τυχαιοποιηµένου πληθυσµού (αξιολόγηση ερευνητή) ήταν 25,7% (Xeloda) έναντι 16,7% (σχήµα Mayo); p<0,0002. Ο µέσος του χρόνου µέχρι την εξέλιξη της νόσου ήταν 140 ηµέρες (Xeloda) έναντι 144 ηµέρες (σχήµα Mayo). Ο µέσος της επιβίωσης ήταν 392 ηµέρες (Xeloda) έναντι 391 ηµέρες (σχήµα Mayo). Επί του παρόντος, δεν είναι διαθέσιµα συγκριτικά δεδοµένα για τη µονοθεραπεία µε Xeloda σε καρκίνο παχέος εντέρου σε σύγκριση µε σχήµατα συνδυασµών πρώτης γραµµής.
Θεραπεία συνδυασµού µε Xeloda και ντοσεταξέλη στον τοπικά προχωρηµένο ή µεταστατικό καρκίνο του µαστού
∆εδοµένα από µια πολυκεντρική, τυχαιοποιηµένη, ελεγχόµενη κλινική δοκιµή φάσης 3 υποστηρίζουν τη χρήση του Xeloda σε συνδυασµό µε ντοσεταξέλη, για τη θεραπεία ασθενών µε τοπικά προχωρηµένο ή µεταστατικό καρκίνο µαστού κατόπιν αποτυχίας κυτταροτοξικής χηµειοθεραπείας,συµπεριλαµβανοµένης µιας ανθρακυκλίνης. Σ΄αυτή τη δοκιµή, 255 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αγωγή µε Xeloda (1250 mg/m2 δύο φορές ηµερησίως για 2 εβδοµάδες ακολουθούµενη από 1 εβδοµάδα διακοπής και ντοσεταξέλη 75 mg/m2 µε ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας κάθε 3 εβδοµάδες). 256 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε µονοθεραπεία µε ντοσεταξέλη (100 mg/m2 µε ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας κάθε 3 εβδοµάδες). Η επιβίωση υπερείχε στο σκέλος συνδυασµού Xeloda + ντοσεταξέλης (p=0,0126). Η διάµεση τιµή της επιβίωσης ήταν 442 ηµέρες (Xeloda + ντοσεταξέλη) έναντι 352 ηµερών (µονοθεραπεία µε ντοσεταξέλη). Η συνολικά παρατηρούµενη ανταπόκριση στο σύνολο του τυχαιοποιηµένου πληθυσµού (αξιολόγηση ερευνητή), ήταν 41,6% (Xeloda+ντοσεταξέλη) έναντι 29,7% (µονοθεραπεία ντοσεταξέλης): p=0,0058. Ο χρόνος µέχρι την εξέλιξη της νόσου υπερείχε στο σκέλος συνδυασµού Xeloda + ντοσεταξέλης (p<0,0001).
Η διάµεση τιµή του χρόνου µέχρι την εξέλιξη της νόσου ήταν 186 ηµέρες (Xeloda+ντοσεταξέλη) έναντι 128 ηµερών (µονοθεραπεία µε ντοσεταξέλη).
Μονοθεραπεία µε Xeloda κατόπιν αποτυχίας ταξανών, χηµειοθεραπείας που περιέχει ανθρακυκλίνη και για την οποία η θεραπεία µε ανθρακυκλίνη δεν ενδείκνυται
∆εδοµένα από δύο πολυκεντρικές κλινικές δοκιµές φάσης 2 υποστηρίζουν τη χρήση της µονοθεραπείας Xeloda σε ασθενείς κατόπιν αποτυχίας ταξανών και χηµειοθεραπευτικού σχήµατος που περιείχε ανθρακυκλίνη ή σε ασθενείς για τους οποίους δεν ενδείκνυται περαιτέρω θεραπεία µε ανθρακυκλίνη. Σ’ αυτές τις δοκιµές 236 συνολικά ασθενείς έλαβαν αγωγή µε Xeloda (1250 mg/m2 δύο φορές ηµερησίως για 2 εβδοµάδες ακολουθούµενη από 1 εβδοµάδα ανάπαυσης). Η συνολικά παρατηρούµενη ανταπόκριση (αξιολόγηση ερευνητή) ήταν 20% (πρώτη δοκιµή) και 25% (δεύτερη δοκιµή). O µέσος του χρόνου µέχρι την εξέλιξη της νόσου ήταν 93 και 98 ηµέρες. O µέσος της επιβίωσης ήταν 384 και 373 ηµέρες.
Μια ανάλυση των δεδοµένων ασφάλειας σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή µε Xeloda ως µονοθεραπεία (καρκίνο παχέος εντέρου) µε νεφρική ανεπάρκεια πριν από την έναρξη της αγωγής έδειξε µια αύξηση της συχνότητας εµφάνισης σχετιζόµενων µε την αγωγή ανεπιθύµητων ενεργειών βαθµού 3 και 4 συγκριτικά µε ασθενείς µε φυσιολογική λειτουργία (36% σε ασθενείς χωρίς νεφρική ανεπάρκεια n=268, έναντι 41% σε ήπια n=257, και 54% σε µέτρια n=59, αντίστοιχα) (βλ. τµήµα 5.2). Ασθενείς µε µέτρια νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν έναν αυξηµένο ρυθµό µείωσης δόσης (44%) έναντι 33% και 32% σε ασθενείς χωρίς ή µε ήπια νεφρική ανεπάρκεια και µια αύξηση των πρώιµων αποσύρσεων από την αγωγή (21% αποσύρσεις κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο κύκλων) έναντι 5% και 8% σε ασθενείς χωρίς ή µε ήπια νεφρική ανεπάρκεια.
Μια ανάλυση των δεδοµένων ασφάλειας σε ασθενείς ηλικίας 60 ετών ή µεγαλύτερους που έλαβαν αγωγή µε µονοθεραπεία Xeloda και µία ανάλυση ασθενών που έλαβαν αγωγή µε Xeloda και ντοσεταξέλη σε θεραπεία συνδυασµού, έδειξε µια αύξηση της συχνότητας εµφάνισης σχετιζόµενων µε την αγωγή βαθµού 3 και 4 ανεπιθύµητων ενεργειών και σοβαρών σχετιζόµενων µε την αγωγή ανεπιθύµητων ενεργειών συγκριτικά µε ασθενείς µικρότερους των 60 ετών. Ασθενείς ηλικίας ≥ 60 ετών που έλαβαν αγωγή µε Xeloda και ντοσεταξέλη είχαν επίσης περισσότερες πρώιµες αποσύρσεις από την αγωγή λόγω ανεπιθύµητων ενεργειών συγκριτικά µε ασθενείς ηλικίας < 60 ετών.
5.2 Φαρµακοκινητικές ιδιότητες
Η φαρµακοκινητική του capecitabine έχει αξιολογηθεί σε εύρος δόσεων από 502-3514 mg/m2/ηµέρα. Οι παράµετροι του capecitabine, της 5-δεοξυ-5-φθοριοκυτιδίνης (5’-DFCR) και της 5-δεοξυ-5-φθοριοουριδίνης (5’-DFUR) που µετρήθηκαν τις ηµέρες 1 και 14 ήταν παρόµοιες. Η AUC του 5-FU ήταν 30-35% υψηλότερη την 14η ηµέρα. Μείωση της δόσης του capecitabine µειώνει τη συστηµατική έκθεση στο 5-FU περισσότερο από αναλογικά της δόσης λόγω της µη-γραµµικής φαρµακοκινητικής του δραστικού µεταβολίτη.
Απορρόφηση: µετά την από στόµατος χορήγηση, το capecitabine απορροφάται ταχέως και εκτενώς, µε επακόλουθη εκτεταµένη µετατροπή στους µεταβολίτες, 5'-DFCR και 5'-DFUR. Η χορήγηση µε τροφή ελαττώνει το ρυθµό της απορρόφησης του capecitabine αλλά έχει σαν αποτέλεσµα µια ελάσσονα µόνο επίδραση στην επιφάνεια της περιοχής κάτω από την καµπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) της 5'-DFUR και της AUC του παραγόµενου µεταβολίτη 5-FU. Μετά από χορήγηση της δόσης 1250 mg/m2 την 14η ηµέρα µετά από λήψη τροφής, οι κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσµα (Cmax σε µg/ml) για το capecitabine, το 5΄-DFCR, το 5-DFUR, το 5-FU και το FBAL ήταν 4.67, 3.05, 12.1, 0.95 και 5.46 αντίστοιχα. Ο χρόνος επίτευξης των κορυφαίων συγκεντρώσεων στο πλάσµα (Tmax σε ώρες) ήταν 1.50, 2.00, 2.00, 2.00 και 3.34. Οι τιµές AUC0-∞ σε µg.h/ml ήταν 7.75, 7.24, 24.6, 2.03 και 36.3.
Πρωτεϊνική σύνδεση: in vitro µελέτες σε ανθρώπινο πλάσµα προσδιόρισαν ότι το capecitabine, το 5'-DFCR, το 5'-DFUR και το 5-FU συνδέονται κατά 54%, 10%, 62% και 10% µε πρωτεΐνες, κυρίως µε την λευκωµατίνη.
Μεταβολισµός: Το capecitabine µεταβολίζεται αρχικά από την ηπατική καρβοξυλεστεράση σε 5' -δεοξυ-φθοριοκυτιδίνη (5' - DFCR), η οποία στη συνέχεια µετατρέπεται σε 5' - δεοξυ-φθοριοουριδίνη (5' -DFUR) από την κυτιδινική απαµινάση, που βρίσκεται κυρίως στο ήπαρ και στους νεοπλασµατικούς ιστούς. Περαιτέρω καταλυτική ενεργοποίηση της 5'-DFUR παρατηρείται στη συνέχεια, από τη θυµιδινική φωσφορυλάση (ThyPase). Τα ένζυµα που συµµετέχουν στην καταλυτική ενεργοποίηση ανευρίσκονται σε ιστούς όγκων αλλά επίσης και σε υγιείς ιστούς αν και συνήθως σε χαµηλότερα επίπεδα. Η αλληλουχία της ενζυµατικής βιολογικής µετατροπής του capecitabine σε 5-FU οδηγεί σε υψηλότερες συγκεντρώσεις εντός των νεοπλασµατικών κυττάρων.
Στην περίπτωση των όγκων παχέος εντέρου, η παραγωγή 5-FU εµφανίζεται να εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στα στηρικτικά κύτταρα των όγκων. Μετά την από στόµατος χορήγηση του capecitabine σε ασθενείς µε όγκο του παχέος εντέρου, ο λόγος της συγκέντρωσης 5-FU σε όγκους παχέος εντέρου προς γειτονικούς ιστούς ήταν 3,2 (κυµάνθηκε από 0,9 σε 8,0). Ο λόγος της συγκέντρωσης του 5-FU στον όγκο προς το πλάσµα ήταν 21,4 (κυµάνθηκε από 3,9 σε 59,9 n=8), ενώ ο λόγος της συγκέντρωσής του σε υγιείς ιστούς προς πλάσµα ήταν 8,9 (κυµάνθηκε από 3,0 σε 25,8, n=8). Η δράση της θυµιδινικής φωσφορυλάσης µετρήθηκε και βρέθηκε να είναι 4 φορές µεγαλύτερη σε πρωτοπαθή όγκο παχέος εντέρου από ότι σε γειτονικό φυσιολογικό ιστό. Σύµφωνα µε ανοσοϊστοχηµικές µελέτες, η φωσφορυλάση της θυµιδίνης εµφανίζεται να εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στα στηρικτικά καρκινικά κύτταρα. Η 5-FU καταβολίζεται περαιτέρω από το ένζυµο δεϋδρογενάση της διυδροπυριµιδίνης (DPD) στην πολύ λιγότερο τοξική διυδρο-5-φθοριοουρακίλη (FUH2). H διυδροπυριµιδίνάση διασπά τον δακτύλιο πυριµιδίνης σε 5-φθοριο-ουρεϊδοπροπιονικό οξύ (FUPA). Τελικά, η β-ουρεϊδο-προπιονάση διασπά το FUPA σε α-φθοριο-β-αλανίνη (FBAL) η οποία αποβάλλεται µε τα ούρα. Η δράση της δεϋδρογενάσης της διυδροπυριµιδίνης (DPD) αποτελεί το στάδιο περιορισµού της ταχύτητας. Ανεπάρκεια της DPD µπορεί να οδηγήσει σε αυξηµένη τοξικότητα του capecitabine (βλ. τµήµα 4.3 και 4.4).
Αποβολή: ο χρόνος ηµιζωής της αποβολής (t1/2 σε ώρες) του capecitabine, του 5’ -DFCR, του 5’ -DFUR, του 5-FU και του FBAL ήταν 0.85, 1.11, 0.66, 0.76 και 3.23 αντίστοιχα. Το capecitabine και οι µεταβολίτες του αποµακρύνονται κυρίως µε αποβολή στα ούρα. Ποσοστό 95,5% της χορηγούµενης δόσης του capecitabine ανακτάται στα ούρα. Η απέκκριση δια των κοπράνων είναι αµελητέα (2,6%). Ο κύριος µεταβολίτης που απεκκρίνεται στα ούρα είναι το FBAL, το οποίο αντιπροσωπεύει το 57% της χορηγούµενης δόσης. Περίπου 3% της χορηγούµενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα σαν αµετάβλητο φάρµακο.
Θεραπεία συνδυασµού: µελέτες φάσης Ι µε αντικείµενο την αξιολόγηση της επίδρασης του Xeloda στη φαρµακοκινητική είτε της ντοσεταξέλης είτε της πακλιταξέλης (paclitaxel) και αντίστροφα, δεν έδειξε καµµία επίδραση του Xeloda στη φαρµακοκινητική της ντοσεταξέλης ή πακλιταξέλης (Cmax και AUC) και καµµία επίδραση της ντοσεταξέλης ή της πακλιταξέλης στη φαρµακοκινητική του 5’ – DFUR.
Φαρµακοκινητική σε ειδικούς πληθυσµούς: διενεργήθηκε φαρµακοκινητική ανάλυση πληθυσµού 505 ασθενών µε καρκίνο παχέος εντέρου κατόπιν αγωγής µε Xeloda που έλαβαν δόση 1250 mg/m2 δύο φορές την ηµέρα. Το γένος, η παρουσία ή απουσία ηπατικής µετάστασης πριν την έναρξη της αγωγής, η εικόνα απόδοσης κατά Karnofsky (Karnofsky Performance Status), η ολική χολερυθρίνη, η λευκωµατίνη ορού, η ASAT και ALAT δεν είχαν καµµία στατιστικά σηµαντική επίδραση στη φαρµακοκινητική των 5’-DFUR, 5-FU και FBAL.
Ασθενείς µε ηπατική ανεπάρκεια λόγω ηπατικών µεταστάσεων: σύµφωνα µε µία φαρµακοκινητική µελέτη, σε καρκινοπαθείς µε ήπια έως µέτρια ηπατική δυσλειτουργία, λόγω ηπατικών µεταστάσεων, η βιοδιαθεσιµότητα του capecitabine και η έκθεση στην 5-FU µπορεί να αυξηθούν συγκριτικά µε αυτές των ασθενών χωρίς ηπατική δυσλειτουργία. ∆εν υπάρχουν φαρµακοκινητικά δεδοµένα για ασθενείς µε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
Ασθενείς µε νεφρική ανεπάρκεια: µε βάση µία φαρµακοκινητική µελέτη σε καρκινοπαθείς ασθενείς µε ήπια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, δεν υπάρχει καµµία ένδειξη για επίδραση της κάθαρσης της κρεατινίνης στη φαρµακοκινητική του αµετάβλητου φαρµάκου και της 5-FU. Βρέθηκε ότι η κάθαρση της κρεατινίνης επηρεάζει τη συστηµατική έκθεση στην 5΄-DFUR (35% αύξηση της AUC όταν η κάθαρση της κρεατινίνης µειώνεται κατά 50%) και στην FBAL (114% αύξηση στην AUC όταν η κάθαρση της κρεατινίνης µειώνεται κατά 50%). Ο FBAL είναι ένας µεταβολίτης χωρίς αντιπολλαπλασιαστική δραστηριότητα.
Ηλικιωµένοι: µε βάση τη φαρµακοκινητική ανάλυση πληθυσµού, ο οποίος περιελάµβανε ασθενείς µε µεγάλο εύρος ηλικιών (27 µέχρι 86 ετών) και περιελάµβανε 234 (46%) ασθενείς ηλικίας µεγαλύτερης ή ίσης των 65 ετών, η ηλικία δεν είχε καµµία επίδραση στη φαρµακοκινητική του 5’-DFUR και του 5-FU. Η AUC του FBAL αυξήθηκε µε την ηλικία (20% αύξηση της ηλικίας έχει σαν αποτέλεσµα 15% αύξηση στην AUC του FBAL). Αυτή η αύξηση οφείλεται πιθανότατα σε µεταβολή της νεφρικής λειτουργίας.
Φυλή: Κατόπιν από στόµατος χορήγησης 825 mg/m2 capecitabine δύο φορές ηµερησίως για 14 ηµέρες, οι Ιάπωνες ασθενείς (n=18) είχαν περίπου κατά 36% χαµηλότερη Cmax και κατά 24% χαµηλότερη AUC για το capecitabine από ό,τι οι Καυκάσιοι ασθενείς (n=22). Οι Ιάπωνες ασθενείς επίσης, είχαν περίπου κατά 25% χαµηλότερη Cmax και κατά 34% χαµηλότερη AUC για την FBAL από ό,τι οι Καυκάσιοι ασθενείς. Η κλινική σηµασία αυτών των διαφορών είναι άγνωστη. ∆εν σηµειώθηκαν σηµαντικές διαφορές κατά την έκθεση σε άλλους µεταβολίτες (5´-DFCR, 5´-DFUR και 5-FU).
5.3 Προκλινικά δεδοµένα για την ασφάλεια
Σε µελέτες τοξικότητας επανειληµµένων δόσεων, ηµερήσια από στόµατος χορήγηση capecitabine σε πιθήκους cynomolgus και σε ποντίκια προκάλεσε τοξικές επιδράσεις στο γαστρεντερικό, λεµφικό και αιµοποιητικό σύστηµα, τυπικές των φθοριοπυριµιδινών. Αυτές οι τοξικές επιδράσεις, ήταν αναστρέψιµες. Παρατηρήθηκε δερµατική τοξικότητα χαρακτηριζόµενη από εκφυλιστικές/παλινδροµικές αλλαγές, µε το capecitabine. Το capecitabine στερούνταν ηπατικής τοξικότητας και τοξικότητας του κεντρικού νευρικού συστήµατος. Καρδιαγγειακή τοξικότητα (π.χ. παράταση διαστηµάτων PR-και QT-) ήταν ανιχνεύσιµη σε πιθήκους µετά από ενδοφλέβια χορήγηση (100 mg/kg) αλλά όχι µετά από επανειληµµένες από στόµατος χορηγούµενες δόσεις (1379 mg/m2 την ηµέρα).
Μια µελέτη καρκινογένεσης 2 ετών σε µύες δεν παρείχε καµµία απόδειξη καρκινογένεσης του capecitabine. Κατά τη διάρκεια καθιερωµένων µελετών γονιµότητας, παρατηρήθηκε βλάβη στη γονιµότητα θηλυκών ποντικιών που έλαβαν capecitabine. Παρ' όλα αυτά, αυτή η επίδραση ήταν αναστρέψιµη µετά από µια περίοδο χωρίς τη λήψη φαρµάκου. Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια της 13ης εβδοµάδας της µελέτης, εµφανίστηκαν ατροφικές και εκφυλιστικές µεταβολές σε αναπαραγωγικά όργανα αρσενικών ποντικών. Ωστόσο, αυτά τα φαινόµενα ήταν αναστρέψιµα µετά από µια περίοδο χωρίς τη λήψη του φαρµάκου. Σε µελέτες εµβρυοτοξικότητας και τερατογένεσης σε ποντίκια, παρατηρήθηκαν δοσοεξαρτώµενες αυξήσεις στην εµβρυϊκή απορρόφηση και τερατογένεση. Στους πιθήκους, παρατηρήθηκε αποβολή και εµβρυϊκή θνησιµότητα σε υψηλές δόσεις, αλλά δεν υπήρχε καµµία απόδειξη τερατογένεσης. Το capecitabine δεν ήταν µεταλλαξιογόνο σε βακτήρια (δοκιµασία Ames) ή κύτταρα θηλαστικών (δοκιµασία γονιδιακής µετάλλαξης V79/HPRT σε Κινέζικα hamster) in vitro. Παρ' όλα αυτά, παροµοίως µε άλλα νουκλεοσιδικά ανάλογα (δηλ. 5-FU), το capecitabine ήταν κλαστογονικό στα ανθρώπινα λεµφοκύτταρα (in vitro) και εµφανίστηκε µια θετική τάση σε δοκιµασίες micronucleus στο µυελό των οστών ποντικών (in vivo).
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας δισκίου: άνυδρη λακτόζη, νατριούχος κροσκαρµελλόζη, υδροξυπροπυλική µεθυλοκυτταρίνη (hypromellose), µικροκρυσταλλική κυτταρίνη, στεατικό µαγνήσιο.
Επικάλυψη δισκίου: διοξείδιο τιτανίου (Ε 171), κίτρινο και κόκκινο οξείδιο σιδήρου (Ε 172), τάλκης.
6.2 Ασυµβατότητες
∆εν εφαρµόζεται.
6.3 ∆ιάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερµοκρασία µεγαλύτερη των 30oC.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Φύση: κυψέλες PVC/PE/PVDC
150mg : Περιεχόµενο: 60 επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία (6 κυψέλες των 10 δισκίων)
500mg: Περιεχόµενο: 120 επικαλυµµένα µε λεπτό υµένιο δισκία (12 κυψέλες των 10 δισκίων)
6.6 Οδηγίες χρήσης και χειρισµού <και απόρριψη>
Καµµία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Roche Registration Ltd.
40 Broadwater Road
Welwyn Garden City
Hertfordshire, AL7 3AY
Ηνωµένο Βασίλειο
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
EU/1/00/163/001
EU/1/00/163/002
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ Α∆ΕΙΑΣ
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ